Παρουσίαση Ενότητας

Σχετικά με τον Νομό

Ο Νομός Γρεβενών είναι από τους νεότερους διοικητικά νομούς της Ελλάδας.

Ιιδρύθηκε με το υπ’ αριθμ. 4398/30-10-1964 Νομοθετικό Διάταγμα «Περί Ιδρύσεως Νομών Πειραιώς και Γρεβενών και άλλων τινών διατάξεων», με την απόσπαση της επαρχίας των Γρεβενών από το Νομό Κοζάνης, καθώς και του Δήμου Δεσκάτης και των Κοινοτήτων Δασοχωρίου και Παρασκευής από το Νομό Λάρισας.

Έδρα του νομού είναι η πόλη των Γρεβενών.

Το εν λόγω προεδρικό διάταγμα ορίζει τα όρια του Νομού, καθώς και τη σύσταση Νομαρχίας.

Μαζί με τους Νομούς Κοζάνης, Καστοριάς και Φλώρινας αποτελούν την Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας.

Σύμφωνα με τα προσωρινά αποτελέσματα της απογραφής του 2011, ο πληθυσμός του Νομού Γρεβενών είναι περίπου 31.500 άτομα και η πυκνότητα του πληθυσμού είναι περίπου 14 άτομα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο.

Λίγα λόγια για τα Γρεβενά

Η πόλη των Γρεβενών είναι χτισμένη σε υψόμετρο 534 μέτρα ανατολικά της Βόρειας Πίνδου, στις όχθες του Γρεβενίτη, παραπόταμου του Αλιάκμονα. Πρόκειται για μια μικρή περιοχή της Μακεδονίας με μεγάλη ιστορία. Ένας τόπος με πλούσια παρουσία, παράδοση, αγώνες και προσφορά, καθώς και χιλιετηρίδες ζωής. Κομμάτι της αρχαίας Ελιμείας και κοιτίδα των Δωριέων, η περιοχή διέγραψε δημιουργική πορεία έντονης πολιτιστικής, κοινωνικής και ιστορικής ζωής. Αρχαιολογικά ευρήματα και μνημεία διάσπαρτα σε ολόκληρη την περιοχή δείχνουν την πολύπλευρη προσφορά και συμμετοχή στον ελληνικό πολιτισμό. Περήφανοι και σκληροί ορεσίβιοι οι κάτοικοι, αντιμετώπισαν τον κάθε κατακτητή και αντιστάθηκαν πεισματικά στις ξένες επιρροές, διατηρώντας την παράδοση, θρησκεία και Ελληνικότητα.

Ονομασία

Τα Γρεβενά αναφέρονται για πρώτη φορά σε κείμενο με το όνομα Γριβάνα από τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο (905 – 953). Το όνομα συναντιέται σε γραπτές και προφορικές πηγές με τις παραλλαγές «Γραιβινό», «Γρεβενός», «Γρεβυνόν», «Γκρεμπενίτζ», «Γρεβαινά», «Γρεβαινό» κλπ. Ο Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ (1806) το αναφέρει ως Γκερεμπέντε. Ούτε στο ετυμολογικό λεξικό ούτε στη γραμματική της ελληνικής γλώσσας υπάρχει λέξη ή ρίζα τέτοιας λέξης. Η εκδοχή της σύνθετης λέξης Γραία-Αιανά=Γρεβενά συναντάται στη μυθολογία και δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν σοβαρή ερμηνεία. Το πιθανό είναι η τοπωνυμία να είναι λατινικής προέλευσης, καθώς στη λατινική γλώσσα υπάρχει η λέξη gravis = δυσχερής, απότομος, τραχύς και το επίρρημα grave με παραπλήσιες έννοιες. Στα Σλάβικα υπάρχουν οι λέξεις greban που σημαίνει τραχύ και απότομο τόπο και greben που σημαίνει αυτό που οδηγεί τα χτένια του αργαλειού, με τα οποία ύφαιναν τα χονδρά μάλλινα υφάσματα, που λέγονταν και γράβανα ή γραβάνια. Η εκδοχή της λατινικής προέλευσης είναι πιο κοντά, επειδή υπάρχουν παραπλήσιες ονοματολογίες, σε πολλά μέρη της Ελλάδας, αλλά και σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, όπου δεν μπορεί να στηριχθεί ιστορικά η σλαβική επιρροή.

Ιστορική πορεία

Παραμένει άγνωστη η ακριβής χρονολογία ίδρυσης της πόλης των Γρεβενών και η πορεία της στο πέρασμα των αιώνων. Η περιοχή των Γρεβενών, και κυρίως η έκταση σε μικρές αποστάσεις από την κοίτη του ποταμού Αλιάκμονα που τη διασχίζει είχαν κατοικηθεί ήδη κατά τη νεολιθική εποχή.

Στα τέλη της 3ης χιλιετίας π.χ. ελληνικά φύλλα ήταν εγκατεστημένα στη Δυτική Μακεδονία και σε τμήμα της Ηπείρου. Στην περιοχή των Γρεβενών βρίσκονταν τα όρια μεταξύ Αρκάδων, Ιώνων, που κατοικούσαν νοτιότερα, και Δυτικών φύλων, που κατοικούσαν δυτικότερα προς την Ήπειρο. Ομάδα από τα Δυτικά φύλα, οι Μακεδόνες μετά από περιπλανήσεις κατέληξαν πάλι στη Δυτική Μακεδονία τον 14ο αιώνα π.Χ., την ίδια περίπου εποχή που συγγενής ομάδα μετακινούνταν προς νότο, όπου αργότερα έλαβε το όνομα Δωριείς. Κατά το 12ο αιώνα π.Χ. ηπειρωτικό φύλλο, οι Ελιμιώτες, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή των Γρεβενών. Ευρήματα τυχαία έδειξαν ότι οι κάτοικοι της περιοχής είχαν επαφή με τα άλλα ελληνικά φύλλα, φορείς του μυκηναϊκού πολιτισμού, και ήταν μέτοχοι του πολιτισμού αυτού.

Γενικά, από την αρχαιότητα τα Γρεβενά αποτελούσαν πέρασμα φιλικών και εχθρικών στρατευμάτων από την Κάτω Μακεδονία και την Ορεστίδα προς Ήπειρο και Θεσσαλία. Το γεγονός αυτό είχε σαν συνέπεια συνεχείς καταστροφές, με αποτέλεσμα για ολόκληρους αιώνες να χαθούν τα ίχνη ακόμα και του ονόματος της πόλης.

Κατά την πρώτη περίοδο της ρωμαιοκρατίας η Δυτική Μακεδονία αποτέλεσε παραμεθόρια περιοχή. Οι επιδρομές φύλων από το βορρά ήταν συνεχείς και οι Ρωμαίοι είχαν μεγάλη ανάγκη από μισθοφόρους οπλίτες. Στις λεγεώνες του κατετάγησαν αρκετοί ορεσίβιοι κάτοικοι της περιοχής Γρεβενών, φτωχοί και τότε, όπως και σήμερα. Αυτοί μετακινούμενοι μαζί με τις οικογένειές τους προς τη βόρεια Βαλκανική επί σειρά ετών έγιναν με την πάροδο του χρόνοι δίγλωσσοι, καθώς ήταν υποχρεωμένοι να εκμάθουν και τη λατινική. Βέβαια η γλώσσα δεν ήταν η ακριβής λατινική αλλά άλλη απλούστερη με πλήθος ελληνικών λέξεων. Από αυτούς τους εκλατινισθέντες λεγεωνάριους προήλθαν οι Βλάχοι και η βλάχικη γλώσσα.

Καθώς κατά την όψιμη περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (4ος αιώνας μ.Χ.) η περιοχή των Γρεβενών ανήκε διοικητικά στη Θεσσαλία ήταν στενές οι σχέσεις των κατοίκων των δύο περιοχών. Αυτές ενισχύονταν με την κάθοδο των κτηνοτρόφων, Βλάχων και Κοπατσάρων στη θεσσαλική πεδιάδα για παραχείμαση των κοπαδιών. Αυτοί πρώτοι εκχριστιανίστηκαν και μετέδωσαν τη νέα πίστη στα ορεινά.

Ανάμεσα στα βόρεια φύλα που πραγματοποίησαν επιδρομές στην περιοχή Γρεβενών, συγκαταλέγονται και οι σλάβοι που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Αποτέλεσμα της επιρροής τους, ήταν η ύπαρξη σλάβικων τοπωνυμίων μέχρι και τον 20ο αιώνα.

Η περιοχή των Γρεβενών κατελήφθη από τους Τούρκους περί το 1385. Επειδή οι κάτοικοι προέβαλαν αντίσταση, οι κατακτητές προκάλεσαν πολλές καταστροφές. Η αντίσταση των κατοίκων, ιδίως των ορεσίβιων Βλάχων παρατάθηκε ως το 1840, οπότε και υποτάχθηκαν εξασφαλίζοντας κάποια προνόμια. Ωστόσο, ακόμα και μετά την υποταγή η γρεβενιώτικη Πίνδος παρέμεινε ελεύθερη και την εξουσίαζαν οι κλέφτες. Μεγάλοι κλέφτες που έδρασαν στην περιοχή ήταν οι Βέργος, Δούκας, Μεϊντάνης, Ζήδρος, Μάνταλος, Τότσκας, Ζιάκας, Πρίφτης, Μίσιος. Με βάση ιστορικές αναφορές, φαίνεται ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας τα Γρεβενά αποτελούσαν εμπορικό και συγκοινωνιακό κόμβο.

Ο 18ος αιώνας υπήρξε ο αιώνας των επιδρομών Αλβανών ληστών, οι οποίοι άρπαζαν, βίαζαν και κατέστρεφαν. Τέλος στις αλβανικές επιδρομές έθεσε η τοποθέτηση στο πασαλίκι της Ηπείρου του Αλή πασά (1788). Αυτός επέκτεινε την κυριαρχία του στα Γρεβενά το 1807, οπότε πολλά χωριά έγιναν τσιφλίκια μπέηδων στην υπηρεσία του Αλή.

Στην ελληνική επανάσταση έλαβαν μέρος και Γρεβενιώτες. Μαρτυρείται η παρουσία του Απόστολου Κυρίμη στην επανάσταση της Χαλκιδικής, του Καραμήτσιου στην επανάσταση του Ολύμπου, Ζιακαίων στην επανάσταση της Νάουσας. Μετά την κατάπνιξη των επαναστατικών κινήσεων στη Μακεδονία, ομάδα Γρεβενιωτών κινήθηκε προς νότο και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Αναφέρεται ιδιαίτερα η παρουσία Γρεβενιωτών στο πολιορκημένο Μεσολόγγι και ο θάνατος πολλών κατά την έξοδο. Ο Γιαννούλας Ζιάκας έδρασε κατά τον αγώνα στην επαρχία των Γρεβενών, ενώ ο αδερφός του Θεόδωρος τόσο σε αυτήν όσο και στη Θεσσαλία και τον Όλυμπο. Αυτός πρωτοστάτησε και στην επανάσταση του 1854 και υπήρξε πρωταγωνιστής και στην επανάσταση του 1878.

Η κατάσταση στην περιοχή επιδεινώθηκε με την επικράτηση των Νεότουρκων. Οι αγριότητες και οι δολοφονίες εντάθηκαν. Μεταξύ των θυμάτων υπήρξε και ο μητροπολίτης Αιμιλιανός (1911), το όνομα του οποίου φέρει η κεντρική πλατεία της πόλης των Γρεβενών. Τελικά, η απελευθέρωση των Γρεβενών από τους Τούρκους πραγματοποιήθηκε την 13η Οκτωβρίου 1912.

Κατά τη Γερμανική κατοχή, η περιοχή των Γρεβενών δοκιμάστηκε, λόγω της επιθυμίας των Ιταλών να ιδρύσουν το «Πριγκιπάτο της Πίνδου». Ωστόσο, υπήρξε μεγάλη εστία αντίστασης των δυνάμεων του ΕΛΑΣ. Ακόμα όμως και μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τα Γερμανικά στρατεύματα, η περιοχή των Γρεβενών υπέστη περισσότερα δεινά κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, καθώς το ορεινό του εδάφους προσφερόταν την οργάνωση και διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Τα Γρεβενά σήμερα

Η πόλη των Γρεβενών γνώρισε καταστροφές και αναγεννήσεις στη μακραίωνη ιστορία της. Ο καταστροφικός σεισμός του 1995 στέρησε την πόλη ακόμα και από τα τελευταία της παραδοσιακά κτίρια. Ωστόσο, την τελευταία δεκαετία τα Γρεβενά ακολουθούν αναπτυξιακή πορεία, έχουν αποκτήσει μεγάλα έργα υποδομής δίνοντας έμφαση στον ορεινό όγκο του νομού με τα πυκνά δάση και τα αλπικά τοπία, έχουν αναπτύξει ποικίλες πολιτιστικές δράσεις και έχουν κατορθώσει να αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους ορεινούς πόλους έλξης τουριστών κυρίως κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Λίγα λόγια για τη Δεσκάτη

Η Δεσκάτη χτισμένη στις νότιες πλαγιές των Καμβουνίων, απένταντι από το ύψωμα του Τρέτιμου, καλύπτει συνολική έκταση 126 στρεμμάτων. Είναι η νοτιότερη πόλη της Μακεδονίας και αποτελεί σημαντικό πέρασμα από τη Δυτική Μακεδονία προς τη Θεσσαλία. Είναι η δεύτερη σε πληθυσμό πόλη του νομού Γρεβενών. Κύρια απσχόληση των κατοίκων είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία.

Ονομασία

Το 1348 η Δυτική Θεσσαλία κυριεύτηκε από Σέρβους. Το τοπωνύμιο Ντισκάτα είναι βλάχικο («δισικάρε» βλάχικο ρήμα = σχίζω -> Δισικάτα -> Δεσκάτη) και μάλλον στα βουνά της περιοχής ξεκαλοκαίριαζαν βλαχόφωνοι κτηνοτρόφοι από το ελληνοσέρβικο κράτος των Τρικάλων. Αυτοί σιγά σιγά είτε εκτοπίστηκαν από τους ντόπιους, είτε αφομοιώθηκαν με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κανένας βλαχόφωνος στο οροπέδιο της Δεσκάτης.

Ιστορική πορεία

Η ακριβής χρονολογία ίδρυσης της Δεσκάτης δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί. Το βέβαιο είναι ότι η περιοχή ανήκε στην αρχαία Μονδαία και ότι κατά τον 12ο αιώνα υπήρχαν τρεις οικισμοί (Μέλοβο, Καρίτσα, Λουτρό). Αργότερα υπήρχαν στην περιοχή δεκατέσσερις μικροί οικισμοί, οι οποίοι με το χρόνο, συγκεντρώθηκαν στη Δεσκάτη (χάρη στη γεωγραφική της θέση) για λόγους ασφαλείας.

Η δεσκατιώτικη ποταμιά κατοικείται από τη Νεολιθική εποχή (5000 π.Χ.), όπως φανερώνουν διάφορα νεολιθικά εργαλεία που έχουν βρεθεί στις θέσεις Καστρί και Λουτρό, με δύο τουλάχιστον οικισμούς – πόλεις στους ιστορικούς χρόνους και ερείπια τειχών που σώζονται ακόμα και σήμερα. Κατά την αρχαιότητα, η περιοχή της Δεσκάτης συνέχισε να σφύζει από ζωή, γεγονός που προκύπτει από τα ευρήματα που κατά καιρούς έχουν ανακαλυφθεί.

Η περιοχή της Δεσκάτης περιήλθε το 1393 προσωρινά στους Τούρκους και οριστικά το 1423. Η οικονομική κατάσταση στην περιοχή κατά την Τουρκοκρατία ήταν άσχημη. Τις σιτοδείες και επιδημίες συμπλήρωναν οι επιδρομές των Αλβανών ληστών. Από την εποχή εκείνη πρέπει να δόθηκε και ο χαρακτηρισμός «ζιαβέλια» στους κατοίκους της περιοχής που χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα. Ο όρος ζιαβέλι στην τούρκικη γλώσσα δηλώνει τον ταλαιπωρημένο, το δυστυχή.

Αυτό εξηγεί και την ξαφνική αύξηση του οικισμού Ντισικάτα σε βάρος των άλλων οικισμών της περιοχής, μιας και η θέση της είναι πολύ καλά κρυμμένη από τον κάμπο της ποταμιάς. Το 1822 η Ντισικάτα αποτελούσε την «πρωτοχώρα των Χασίων».

Οι φιλελεύθεροι κάτοικοι της Δεσκάτης συμμετείχαν στη θεσσαλική επανάσταση του 1854 υπό την αρχηγία του Ευθύμιου Βαλαχάβα. Την ίδια χρονιά πέρασε από την περιοχή και ο Θεόδωρος Ζιάκας, γεγονός που εξόργισε τον Τούρκο πασά Ζεϊνέλ, με διαταγή του οποίου πυρπολήθηκε η Δεσκάτη. Στην επανάσταση του 1878 οι κάτοικοί της πρόσφεραν κάθε δυνατή βοήθεια στους Θεσσαλούς επαναστάτες.

Μετά την απελευθέρωση του 1881, η Δεσκάτη και η Ελασσόνα παρέμειναν στην τούρκικη επικράτεια. Το Πατριαρχείο ίδρυσε τότε τη Μητρόπολη Δεσκάτης, η οποία απαρτιζόταν από δεκαεπτά οικισμούς και δύο μοναστήρια. Την κατάργησε όμως δεκαπέντε χρόνια αργότερα, οπότε η Δεσκάτη προσαρτήθηκε στη Μητρόπολη Ελασσόνας, στην οποία ανήκει μέχρι και σήμερα. Στο Μακεδονικό Αγώνα συμμετείχε με τον υπαρχηγό Βασίλειο Οικονόμου, γνωστό ως Μπρούφα.

Στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, οι Δεσκατιώτες βοήθησαν κυρίως στη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τις κινήσεις των Τούρκων, ενέργεια για την οποία τιμωρήθηκαν σκληρά από τους κατακτητές με λεηλασίες, εκτοπισμούς και φυλακίσεις.

Η Δεσκάτη απελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό τον Οκτώβριο του 1912, στις παραμονές του Α’ Βαλκανικού Πολέμου. Μέχρι τότε, το σύνορο της ελεύθερης Ελλάδας βρισκόταν στο όρος Οξυά, ενώ στο ύψωμα Τρέτιμος έπεσε μαχόμενος ο λοχαγός Μανουσάκης (προτομή του οποίου υπάρχει στην Κεντρική Πλατεία της Δεσκάτης) στις 7 Οκτωβρίου 1912.

Μετά την απελευθέρωση ιδρύθηκε ο Δήμος Δεσκάτης, στον οποίο συμπεριλήφθηκαν τα χωριά Παρασκευή, Δασοχώρι, Γήλοφος, Αιγιώργης και Διασελλάκι. Το 1915 ιδρύθηκε ο Νομός Κοζάνης και ενσωματώθηκε σε αυτόν και η Δεσκάτη. Το 1918 αναγνωρίστηκε ως Κοινότητα, η οποία περιελάμβανε και τους οικισμούς Αιγιώργης, Διασελλάκι και Γήλοφος.

Το 1942 αποσπάστηκε από την Επαρχία Γρεβενών του νομού Κοζάνης και υπήχθη στην Επαρχία Ελασσόνας του νομού Λάρισας, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1964 που ιδρύθηκε ο Νομός Γρεβενών.

Η ευρύτερη περιοχή της Δεσκάτης υπήρξε προπύργιο της Εθνικής Αντίστασης και παρουσίασε έντονη δράση στη διάρκεια του Εμφύλιου Πολέμου.

Η Δεσκάτη σήμερα

Από τόπος εξορίας κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και περιοχή παλαιότερα, που προμήθευε με φθηνά εργατικά χέρια τον κάμπο της Βέροιας, η Δεσκάτη αποτελεί σήμερα ένα χώρο παραγωγικό με εργατικούς και φιλόξενους κατοίκους. Παραδοσιακά γραφικά κτίρια δεν υπάρχουν πια, αν και η κωμόπολη διατηρεί τα «καλά» του χωριού, ένα εκ των οποίων είναι η διατήρηση της διαλέκτου.

Η Δεσκάτη αποτελεί ένα αυτόνομο κοινωνικό, διοικητικό, εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο. Κύρια ασχολία των κατοίκων είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία, ενώ κυρίως παλαιότερα ένα προσοδοφόρο επάγγελμα ήταν και η βιοτεχνία ειδών για το στρατό και την εκκλησία.

Κοινοποιήστε: Facebooktwittergoogle_pluspinterestmailFacebooktwittergoogle_pluspinterestmail